Σύνδρομο Καρπιαίου Σωλήνα

Ο «καρπιαίος σωλήνας» είναι ένας στενός σωλήνας στην παλαμιαία επιφάνεια του καρπού. Το «πάτωμα» του σωλήνα διαμορφώνεται από τα οστά του καρπού ενώ η «οροφή» του σχηματίζεται από μια ισχυρή δεσμίδα συνδετικού ιστού που ονομάζεται «εγκάρσιος σύνδεσμος του καρπού». Μέσα στο σωλήνα περνά το μέσο νεύρο, το οποίο παρέχει την αισθητικότητα στην παλαμιαία πλευρά του αντίχειρα, του δείκτη, του μέσου δακτύλου και του μισού (προς τον αντίχειρα) τετάρτου δακτύλου. Επίσης ελέγχει την κινητικότητα των μυών του αντίχειρα (θέναρος). Μέσα από το σωλήνα διέρχονται και οι (οκτώ) τένοντες που κάμπτουν τα τέσσερα δάκτυλα του χεριού.

Το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα (ΣΚΣ) εμφανίζεται όταν οι ιστοί που περιβάλλουν τους καμπτήρες του καρπού διογκώνονται, στενεύουν τον περιορισμένο χώρο του καρπιαίου σωλήνα και, με την πάροδο του χρόνου, πιέζεται το νεύρο. Στις περισσότερες περιπτώσεις του ΣΚΣ δεν υπάρχει συγκεκριμένη αιτία, αλλά πολλές αιτίες μπορεί να συμβάλλουν στην ανάπτυξη του:

1. η κληρονομικότητα: ο καρπιαίος σωλήνας μπορεί να είναι στενότερος σε κάποιους ανθρώπους

2. η έντονη δραστηριότητα του χεριού: το ΣΚΣ παρουσιάζεται συχνότερα σε ανθρώπους με χειρονακτικά επαγγέλματα ή χειριστές υπολογιστών

3. η ηλικία: η νόσος εμφανίζεται συχνότερα σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας.

4. πρόσφατα κατάγματα της πηχεοκαρπικής

5. παθήσεις, όπως ο διαβήτης, η ρευματοειδής αρθρίτιδα και διαταραχές του θυρεοειδή αδένα, συμβάλουν στην εμφάνιση του συνδρόμου.

Τα πιο συχνά συμπτώματα εμφάνισης του ΣΚΣ είναι:

1. αιμωδίες (μούδιασμα), παραισθησίες (μηρμύγκιασμα) και πόνος στον καρπό και το χέρι, τα οποία επιδεινώνονται κατά την διάρκεια της νύκτας ή νωρίς το πρωί και μπορεί να ακτινοβολούν σε ολόκληρο το άνω άκρο.

2. αίσθηση ηλεκτρικού ρεύματος στον αντίχειρα, δείκτη και μέσο δάκτυλο.

3. μείωση της συλληπτικής δύναμης (δραγμού) του χεριού και, σε προχωρημένα στάδια της νόσου, ατροφία των μυών του θέναρος.

4. ελάττωση της κινητικότητας (δυσκαμψία) του καρπού και του χεριού και αίσθημα αδεξιότητας/αδυναμίας για λεπτές κινήσεις με αποτέλεσμα πτώση αντικειμένων.

Τα συμπτώματα αρχίζουν συνήθως βαθμιαία και, στους περισσότερους ανθρώπους, είναι πιο σοβαρά στην πλευρά του αντίχειρα. Τα συμπτώματα μπορεί να εκδηλωθούν ανά πάσα στιγμή, τη νύχτα όμως είναι πιο έντονα και μπορεί να ξυπνήσουν τον ασθενή. Κατά της διάρκεια της ημέρας εμφανίζονται συνήθως στη παρατεταμένη ανύψωση του χεριού, κατά την οδήγηση ή την πληκτρολόγηση σε υπολογιστή. Οι απότομες κινήσεις των χεριών (τινάγματα) βοηθούν συχνά στη μείωση των ενοχλημάτων. Τα ενοχλήματα αρχικά παρουσιάζονται με εξάρσεις και υφέσεις, αλλά με την πάροδο του χρόνου μπορεί να γίνουν μόνιμα.

Η κλινική εξέταση του χεριού για τη διάγνωση του ΣΚΣ, αποτελείται από μια σειρά δοκιμών όπως:

1. έλεγχος για αδυναμία των μυών του θέναρος.

2. πρόκληση συμπτωμάτων με κάμψη του καρπού για λίγα λεπτά (Phalen Test).

3. επαναλαμβανόμενες κρούσεις του μέσου νεύρου στο ύψος του καρπού προκαλεί μούδιασμα ή αίσθημα ηλεκτρισμού στα δάκτυλα (Tinel test).

4. δοκιμασία αισθητικότητας των δακτύλων.

Ο ηλεκτροφυσιολογικός έλεγχος του άνω άκρου (ηλεκτρομυογράφημα, ΗΜΓ ταχύτητες κινητικής αγωγής, ΚΤΑ και ταχύτητες αισθητικής αγωγής, ΑΤΑ) αποτελεί την παρακλινική εξέταση εκλογής, με την οποία τεκμηριώνεται το ΣΚΣ. Πραγματοποιείται από εξειδικευμένους ιατρούς, συνήθως νευρολόγους ή φυσιάτρους, ελέγχει τη λειτουργικότητα των νεύρων του άνω άκρου (αισθητική και κινητική) και την επακόλουθη επίδραση στους μύες της περιοχής, και είναι σε θέση να αποδείξει την πίεση ενός νεύρου (όχι όμως στα πολύ πρώιμα στάδια) και την ακριβή θέση αυτής (π.χ. καρπός, αγκώνας, αυχένας). Σε ειδικές περιπτώσεις, μπορεί να απαιτηθεί και ακτινολογικός έλεγχος του καρπού.

Για τους περισσότερους ασθενείς το ΣΚΣ θα επιδεινωθεί σταδιακά. Μπορεί ωστόσο να τροποποιηθεί ή να διακοπεί η εξέλιξη του κατά τα πρώτα στάδια. Για παράδειγμα, αν τα συμπτώματα σχετίζονται με μια δραστηριότητα ή επάγγελμα, η κατάσταση μπορεί να βελτιωθεί απέχοντας από την υπαίτια δραστηριότητα. Η θεραπεία του ΣΚΣ μπορεί να είναι συντηρητική ή χειρουργική. Αν διαγνωσθεί έγκαιρα το σύνδρομο μπορεί να ανακουφισθεί χωρίς χειρουργική επέμβαση. Σε περιπτώσεις όπου η διάγνωση είναι αβέβαιη ή τα συμπτώματα είναι ήπια ως μέτρια, ο ιατρός αρχικά θα προσπαθήσει με συντηρητικά μέσα, όπως:

1. νυκτερινός πηχεοκαρπικός νάρθηκας που κρατά τον καρπό σε μια ουδέτερη θέση και αποτρέπει τον ερεθισμό του νεύρου. Μπορεί να φορεθεί και κατά την διάρκεια δραστηριοτήτων που επιδεινώνουν τα συμπτώματα.

2. φάρμακα: μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη μπορούν να βοηθήσουν στην ανακούφιση του πόνου δρώντας αποιδηματικά στην εστία του προβλήματος.

3. τροποποίηση των δραστηριοτήτων: αν οι απαιτήσεις της εργασίας προκαλούν τα συμπτώματα, αλλαγή ή τροποποίηση τους, μπορεί να ανακουφίσει.

4. τοπική έγχυση κορτικοστεροειδών: ένεση κορτιζόνης στον καρπό προσφέρει παροδική ανακούφιση για άλλοτε άλλο χρονικό διάστημα.

5. φυσικοθεραπείες (υπέρηχοι, διαθερμίες, tens κ.λπ.), μπορεί να έχουν ευεργετική δράση στην ανακούφιση καταπολεμώντας τον τοπικό ερεθισμό.

Σε περίπτωση αποτυχίας της συντηρητικής αγωγής, η χειρουργική αντιμετώπιση, θα φέρει την οριστική λύση του προβλήματος. Σε πολύ σοβαρές περιπτώσεις, με σταθερό μούδιασμα και εξασθένηση των μυών του θέναρος, η χειρουργική επέμβαση συνιστάται άμεσα για να αποτρέψει μη αναστρέψιμες βλάβες. Η χειρουργική επέμβαση του συνδρόμου του καρπιαίου σωλήνα γίνεται με τοπική αναισθησία και διαρκεί πέντε με δέκα λεπτά. Κατά την διάρκεια της επέμβασης γίνεται μικρή τομή στην παλάμη, μήκους περίπου δύο εκατοστών. Βρίσκεται ο εγκάρσιος σύνδεσμος του καρπού και διατέμνεται με αυτόματη αύξηση του εύρους της διατομής του καρπιαίου σωλήνα και ανακούφιση του νεύρου. Ο ασθενής εξέρχεται άμεσα από το νοσοκομείο με φαρμακευτική αγωγή (αντιβίωση, παυσίπονα) και οδηγίες για διατήρηση του μέλους σε ανάρροπη θέση και κίνηση των δακτύλων προς αποφυγή οιδήματος και δυσκαμψίας. Οδήγηση και αυτοεξυπηρέτηση επιτρέπεται αμέσως μετά την επέμβαση. Ο ιατρός θα αποφασίσει για την επιστροφή στην εργασία και τυχόν περιορισμούς. Οι περισσότεροι ασθενείς βλέπουν άμεση βελτίωση, αλλά η πλήρης ίαση είναι σταδιακή και, κατά μέσο όρο απαιτεί περίπου ένα μήνα μετά την επέμβαση. Σε παραμελημένο ΣΚΣ, με σοβαρή απώλεια αίσθησης ή/και μυϊκή ατροφία, η αποθεραπεία είναι πιο αργή και μπορεί να μην είναι πλήρης.

© 2017 hipkneesurgery.gr

Social Media

Back to top