Θεραπείες Αρθρίτιδας
Η αρθρίτιδα αποτελεί την πιο συχνή πάθηση των αρθρώσεων στην εποχή μας, επηρεάζοντας σημαντικά την κινητικότητα και την ποιότητα ζωής των ασθενών. Πρόκειται για μια φλεγμονώδη διεργασία που μπορεί να οφείλεται σε εκφυλιστικά, αυτοάνοσα ή μετατραυματικά αίτια. Οι σύγχρονες θεραπείες αρθρίτιδας στοχεύουν όχι μόνο στην ανακούφιση από τον πόνο και τη φλεγμονή, αλλά και στη διατήρηση της λειτουργικότητας των αρθρώσεων και στην πρόληψη μόνιμων αλλοιώσεων. Η επιλογή της κατάλληλης θεραπευτικής προσέγγισης εξατομικεύεται ανάλογα με τον τύπο της αρθρίτιδας, τη βαρύτητα των συμπτωμάτων και τις ανάγκες κάθε ασθενούς.
ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑΣ: ΤΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΙ ΚΑΘΟΡΙΖΟΝΤΑΙ;
Για οποιαδήποτε μορφής αρθρίτιδα το χειρουργείο συνήθως επιλέγεται μετά την αποτυχία άλλων θεραπευτικών προσεγγίσεων. Είναι προτιμότερο, και συνήθως ασφαλέστερο, να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της άρθρωσης στην αρχή συντηρητικά. Οι ασθενείς μπορούν να δοκιμάσουν τα αποτελέσματα μιας σειράς θεραπειών συμπεριλαμβανομένης:
- της φαρμακευτικής αντιμετώπισης
- της απώλειας βάρους
- της φυσικοθεραπείας
- της οστεοπαθητικής και/ή της χειροπρακτικής
- και, το σημαντικότερο, της άσκησης
Παρ’ όλες αυτές τις προσπάθειες, οι συντηρητικές μέθοδοι κάποια στιγμή δεν καταφέρνουν να ανακουφίσουν τους ασθενείς από τα συμπτώματα. Σε αυτή την περίπτωση, θα πρέπει να εξεταστεί η πιθανότητα εφαρμογής επεμβατικών θεραπευτικών μεθόδων.
Η απλούστερη επεμβατική μέθοδος είναι μία ένεση – έγχυση, όπου ένα μείγμα τοπικού αναισθητικού και κορτικοειδούς εγχέεται στην πάσχουσα άρθρωση. Το τοπικό αναισθητικό έχει μια πρόσκαιρη αναλγητική δράση, αλλά το κορτικοειδές μπορεί να έχει μία δράση με μακρύτερη διάρκεια. Ο στόχος είναι να μειωθεί η φλεγμονή, η οποία σχετίζεται με την αρθρίτιδα.
Επίσης, πολύ συχνά επιλέγουμε μία μοναδική έγχυση ή μία σειρά εγχύσεων υαλουρονικού οξέος μέσα στην άρθρωση. Ο στόχος είναι η «λίπανση» της άρθρωσης, η οποία δρα ανακουφιστικά στα συμπτώματα. Τα πρώιμα αποτελέσματα είναι ελπιδοφόρα, αλλά δεν παρέχεται ίαση.
Τα τελευταία χρόνια αποκτά ολοένα και περισσότερο έδαφος η χρήση νέων μεθόδων αναγεννητικής ορθοπαδικής με την έγχυση στις αρθρώσεις πλάσματος πλούσιου σε αιμοπετάλια (PRP) ή βλαστοκυττάρων από λίπος ή μυελό του ασθενούς. Στόχος είναι η ανακούφιση του ασθενούς και η καθυστέρηση της εξέλιξης της οστεοαρθρίτιδας και τα αποτελέσματα είναι πολύ ενθαρρυντικά.
Παρά τις εγχύσεις η αρθρίτιδα θα εξελιχθεί, με άλλοτε άλλο ρυθμό, με το χειρουργείο να αποτελεί την τελική και μόνιμη λύση. Κατά την διάρκεια των αιώνων οι χειρουργοί έχουν σχεδιάσει έναν αριθμό επεμβάσεων. Οι ακόλουθες επεμβάσεις μπορούν να πραγματοποιηθούν είτε με γενική είτε με τοπική αναισθησία. Χρησιμοποιείται μερικές φορές, επίσης, ο συνδυασμός και των δύο.
ΟΣΤΕΟΤΟΜΙΑ
Οστεοτομία σημαίνει την τομή του οστού. Στο παρελθόν χρησιμοποιήθηκε ευρέως για την αρθρίτιδα του ισχίου και του γόνατος. Στόχος είναι η δημιουργία ενός ιατρογενούς – χειρουργικού κατάγματος, έτσι ώστε το ισχίο ή το γόνατο να ευθυγραμμισθούν εκ νέου, με αποτέλεσμα τα φορτία της βάδισης να περνάνε μέσα από την άρθρωση με διαφορετικό τρόπο.
Για παράδειγμα ένα ραιβό ή ένα βλαισό γόνατο μπορούν να γίνουν πάλι ίσια με την χρήση μιας οστεοτομίας. Όταν το γόνατο είναι ραιβό τα φορτία της βάδισης περνούν από την έσω επιφάνεια του γόνατος, προκαλώντας ταχύτερη φθορά. Με το γόνατο ευθυγραμμισμένο, τα φορτία περνούν από το κέντρο της άρθρωσης. Έτσι, και οι δύο πλευρές του γόνατος (έσω και έξω) φορτίζονται ισομερώς. Το αποτέλεσμα είναι διπλό. Πρώτον, ο ασθενής ανακουφίζεται από τα αυξημένα φορτία που συγκεντρώνονταν σε ένα μόνο διαμέρισμα. Δεύτερον, καθυστερεί η περαιτέρω καταστροφή της άρθρωσης. Η ίδια λογική μπορεί να βρει εφαρμογή και στο ισχίο όπου η οστεοτομία πραγματοποιείται συνήθως στο επίπεδο του τροχαντήρα.
Οι οστεοτομίες είναι μεγάλες επεμβάσεις και επιτυχείς σε συγκεκριμένες ομάδες ασθενών, κυρίως τους νεότερους, προκειμένου να διασωθεί η άρθρωση και να καθυστερήσει η αρθροπλαστική που θεωρείται η τελική λύση. Είναι επίσης πιο επιτυχείς σε ασθενείς, οι οποίοι έχουν ένα καλό εύρος κίνησης της συγκεκριμένης άρθρωσης. Όσο μικρότερο είναι το εύρος κίνησης πριν από την επέμβαση τόσο λιγότερο πιθανό είναι να βοηθήσει την κατάσταση μία οστεοτομία.
Η οστεοτομία αλλοιώνει το μήκος του σκέλους ενός ασθενή, κάνοντας το κοντύτερο ή μακρύτερο σε σχέση με το άλλο, ανάλογα με το είδος της οστεοτομίας. Οι οστεοτομίες στην περιοχή του ισχίου ήταν πολύ συχνές στο παρελθόν στην χώρα μας και λιγότερες στις μέρες μας. Πιο συγκεκριμένα, χρησιμοποιούνται κυρίως σε ασθενείς με συγγενή δυσπλασία του ισχίου, προκειμένου η μηριαία κεφαλή να επικεντρωθεί καλύτερα στην κοτύλη και αφορούν τόσο οστεοτομίες του μηριαίου, όσο και λαγονίου οστού της λεκάνης.
ΑΡΘΡΟΣΚΟΠΗΣΗ

Η αρθροσκόπηση πραγματοποιείται σήμερα ευρέως. Η αρθροσκόπηση του γόνατος είναι μια πολύ συχνή επέμβαση, ενώ η αρθροσκόπηση του ισχίου δεν είναι τόσο συχνή. Όμως, αναπτύσσεται σε όλο τον κόσμο ταχύτατα τα τελευταία χρόνια και πραγματοποιείται με επιτυχία και στην χώρα μας από εξειδικευμένους χειρουργούς.
Η αρχή της αρθροσκόπησης περιλαμβάνει την είσοδο ενός μικρού εργαλείου –κάμερας, συνήθως 4,5 χιλιοστών διαμέτρου, μέσα στην άρθρωση υπό γενική ή τοπική αναισθησία. Το εργαλείο αυτό ονομάζεται αρθροσκόπιο. Αυτό επιτρέπει την εξαιρετική θέαση όλων των στοιχείων μέσα στην άρθρωση και μια πολύ ακριβή εκτίμηση της προόδου της κατάστασης.
Η επέμβαση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για όλες τις μορφές αρθρίτιδας και έχει συνήθως βραχεία διάρκεια. Με το αρθροσκόπιο τοποθετημένο μέσα στην άρθρωση, μπορούν να τοποθετηθούν και άλλα χειρουργικά εργαλεία από άλλες εξίσου μικρές τομές. Έτσι, είναι δυνατόν:
- να αφαιρεθούν τυχόν ελεύθερα σώματα, π.χ. χόνδρος που έχει αποκολληθεί
- να νεαροποιηθούν και καυτηριαστούν οι χόνδρινες επιφάνειες
- να αφαιρεθούν σχισμένα τμήματα μηνίσκων στο γόνατο ή επιχειλίου χόνδρου στο ισχίο που προκαλούν άλγος
- να εκπλυθεί η άρθρωση.
Ωστόσο, αυτό που μια αρθροσκόπηση δεν μπορεί να κάνει, είναι να εξαλείψει την αρθρίτιδα. Τα αποτελέσματα στα συμπτώματα του ασθενούς ποικίλλουν. Μερικοί ασθενείς εμφανίζουν δραματική ανακούφιση από τον πόνο, ενώ άλλοι ισχυρίζονται ότι έχουν επιδείνωση. Η χρήση της αρθροσκόπησης συνεπώς στην αντιμετώπιση της αρθρίτιδας πρέπει να γίνεται με σύνεση καθώς το ποσοστό επιπλοκών είναι χαμηλό αλλά υπάρχει.
Χρησιμοποιείται συχνά για «κερδίσει χρόνο» σε μια άρθρωση, καθυστερώντας πιο μεγάλα χειρουργεία. Είναι ιδιαιτέρως χρήσιμη σε νεότερους ασθενείς που είναι ακόμα πολύ δραστήριοι και για τους οποίους ένα μεγάλο χειρουργείο, όπως η αντικατάσταση της άρθρωσης δεν θα ήταν συνετή επιλογή.
ΑΡΘΡΟΔΕΣΗ
Αρθρόδεση σημαίνει το «δέσιμο» μιας άρθρωσης. Οι ασθενείς, οι οποίοι έχουν αρθρίτιδα, εμφανίζουν έντονο πόνο, ο οποίος προκαλείται από την κίνηση των φθαρμένων αρθριτικών επιφανειών. Όσο πιο πολύ κινείται μία άρθρωση τόσο πιο μεγάλος είναι ο πόνος.
Συνεπώς, η αρθρόδεση της άρθρωσης χειρουργικά, αποτελεί έναν τρόπο εξαφάνισης του πόνου. Ωστόσο,πραγματοποιώντας μια αρθρόδεση οι αρθρώσεις πάνω και κάτω από την άρθρωση στην οποία πραγματοποιήθηκε η αρθρόδεση επωμίζονται μεγαλύτερα φορτία. Για παράδειγμα με μία αρθρόδεση γόνατος το σύστοιχο ισχίο και η ποδοκνημική δέχονται μεγαλύτερα φορτία. Σε μία αρθρόδεση ισχίου το γόνατο και η σπονδυλική στήλη λαμβάνουν μεγαλύτερα φορτία. Το πλεονέκτημα μιας αρθρόδεσης είναι ότι δεν περιλαμβάνει την εμφύτευση κινούμενων αρθρικών εμφυτευμάτων. Ως αποτέλεσμα αυτού υπάρχουν μικρά περιθώρια αποτυχίας.
Ωστόσο, η βάδιση επηρεάζεται σημαντικά, καθώς δεν είναι δυνατόν ένας ασθενής να βαδίζει με φυσιολογικό βάδισμα, όταν έχει πραγματοποιηθεί μια αρθρόδεση ισχίου ή γόνατος. Το χειρουργημένο σκέλος είναι επίσης κοντύτερο, και υπάρχει περιορισμός του εύρους κίνησης του συγκεκριμένου σκέλους γενικότερα και λόχι μόνο της χειρουργημένης άρθρωσης.
Αν παραστεί ανάγκη, μια αρθροδεμένη άρθρωση μπορεί να μετατραπεί σε ολική αρθροπλαστική, αλλά η μετατροπή είναι τεχνικά απαιτητική και τα αποτελέσματα δεν είναι πάντα εξίσου καλά με μία αρθροπλαστική η οποία πραγματοποιήθηκε σε άρθρωση η οποία δεν έχει χειρουργηθεί στο παρελθόν.
Η αρθρόδεση του ισχίου και του γόνατος στο παρελθόν ήταν συχνή, συνήθως σε περιπτώσεις φυματίωσης, αλλά και βαρειάς αρθρίτιδας. Στις μέρες μας έχει αντικατασταθεί από την ολική αρθροπλαστική. Αρθρόδεση πραγματοποιείται σήμερα πιο συχνά στις αρθρώσεις του χεριού και του ποδιού.
DEBRIDEMENT (ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΣ)

Debridement είναι ένας χειρουργικός όρος για τον καθαρισμό μιας περιοχής. Η αρθρίτιδα προκαλεί τη δημιουργία ελευθέρων σωμάτων και οστεοφύτων. Αυτά μπορεί να προκαλούν πόνο ή μπορούν να προκαλέσουν μία άρθρωση να «κλειδώνει» ή να χάνει την σταθερότητά της.
Συνεπώς, η αφαίρεση αυτών αρκετές φορές έχει πλεονεκτήματα. Μία τέτοια επέμβαση καθαρισμού δεν εξαφανίζει την αρθρίτιδα. Ορισμένες φορές μπορεί να πραγματοποιηθεί αυτός ο καθαρισμός αρθροσκοπικά, παρότι συχνά πραγματοποιείται σαν ανοιχτή επέμβαση, οπότε και απαιτείται χειρουργική τομή. Αυτό δίνει τη δυνατότητα πρόσβασης σε όλα τα δυσπρόσιτα σημεία της άρθρωσης, επιτρέποντας έναν εκτεταμένο και αποτελεσματικό καθαρισμό της περιοχής.
Τα αποτελέσματα ποικίλλουν, ενώ η πλήρης απαλλαγή από τον πόνο δεν είναι πολύ πιθανή για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ωστόσο, ένας τέτοιος καθαρισμός μπορεί να προσφέρει πολύτιμο χρόνο σε νεότερους ασθενείς πριν καταστεί αναγκαία μια πιο μεγάλη χειρουργική επέμβαση.
Παράλληλα, μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμος σε ηλικιωμένους ασθενείς που δεν είναι σε θέση να υποβληθούν σε μεγαλύτερες επεμβάσεις ή παρατεταμένη αναισθησία.
ΟΛΙΚΗ ΑΡΘΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗ: ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΙΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΕΣ ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑΣ

Η αντικατάσταση της άρθρωσης του ισχίου ή του γόνατος (ολική αρθροπλαστική ισχίου – ολική αρθροπλαστική γόνατος), παρότι αποτελεί μια μείζονα επέμβαση, αντιπροσωπεύει ένα από τα βασικά επιτεύγματα της χειρουργικής στην σύγχρονη εποχή.
Η βελτίωση στην ποιότητα ζωής είναι σχεδόν ισοδύναμη με αυτή μετά από χειρουργεία αρτηριακής παράκαμψης στην καρδιά (bypass) και οι ασθενείς εμφανίζουν τεράστια βελτίωση στην κινητικότητα και μια δραματική μείωση στα επίπεδα του πόνου
Θεωρητικά μία άρθρωση μπορεί να αντικατασταθεί όσες φορές χρειαστεί. Ωστόσο, κάθε διαδοχική επέμβαση είναι συνήθως λιγότερο επιτυχής από την προηγούμενη. Ως αποτέλεσμα στους νεότερους ασθενείς συνήθως είμαστε επιφυλακτικοί όταν προτείνουμε τέτοια χειρουργεία. Η βασική αρχή μιας ολικής αντικατάστασης της άρθρωσης είναι η αφαίρεση της αρθριτικής περιοχής και η αντικατάσταση της με ένα τεχνητό, συνθετικό υλικό.
ΑΡΘΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ (RESURFACING)

Για τον νεότερο ασθενή με ένα οστεοαρθρικό ισχίο έχει αναπτυχθεί η επέμβαση της αρθροπλαστικής επιφανείας. Αυτή περιλαμβάνει την τοποθέτηση ενός κυπελλίου πάνω στη σφαιρική κεφαλή του ισχίου και μίας μεταλλικής πρόθεσης στην κοτύλη.
Το πλεονέκτημα της συγκεκριμένης τεχνικής είναι ότι αφαιρείται λιγότερο οστό του ασθενούς απ’ ότι σε μια πλήρη ολική αρθροπλαστική με αποτέλεσμα να υπάρχει περισσότερο οστό διαθέσιμο για τον χειρουργό όταν απαιτηθεί στο μέλλον μια ολική αρθροπλαστική.
Το αποτέλεσμα είναι να κερδίζεται χρόνος, ενώ τα μελλοντικά αποτελέσματα μιας αρθροπλαστικής τείνουν να είναι καλύτερα. Τα διεθνή δεδομένα για την αρθροπλαστική επιφανείας είναι ενθαρρυντικά. Ωστόσο, παραμένουν υποδεέστερα σε σύγκριση με αυτά της ολικής αρθροπλαστικής. Επιπλέον, τα προηγούμενα χρόνια υπήρξαν ενστάσεις σχετικά με ορισμένες τοπικές αντιδράσεις, οι οποίες παρατηρήθηκαν σε ποσοστό ασθενών που υποβλήθηκαν σε αρθροπλαστική επιφανείας.
Συνοψίζοντας, οι σύγχρονες θεραπείες αρθρίτιδας έχουν ως στόχο όχι μόνο την ανακούφιση από τον πόνο και τη φλεγμονή αλλά στοχεύουν κυρίως στη βελτίωση της κινητικότητας και της ποιότητας ζωής των ασθενών.
Με τη σωστή διάγνωση και την εξατομικευμένη προσέγγιση, είναι δυνατόν να επιτευχθεί αποτελεσματικός έλεγχος των συμπτωμάτων και να καθυστερήσει η εξέλιξη της νόσου, διασφαλίζοντας καλύτερη λειτουργικότητα των αρθρώσεων σε βάθος χρόνου.
Εάν υποφέρετε από αρθρίτιδα γόνατος ή ισχίου, εμπιστευτείτε έναν ιατρό με πολυετή εμπειρία και ηγετικό ρόλο στον τομέα της επανορθωτικής χειρουργικής. Ο Ορθοπαιδικός Χειρουργός Αναστάσιος Λιλικάκης είναι Διευθυντής της Γ’ Ορθοπαιδικής Κλινικής της Ευρωκλινικής Αθηνών και Πρόεδρος του Τμήματος Επανορθωτικής Χειρουργικής Ισχίου & Γόνατος της ΕΕΧΟΤ. Επικοινωνήστε μαζί μας και κλείστε το ραντεβού σας, για να λάβετε εξατομικευμένη θεραπεία.