Δυσπλασία ισχίου

Τι ορίζεται ως δυσπλασία ισχίου;
Ως δυσπλασία ισχίου ορίζεται η πάθηση όπου η κοτύλη δεν αναπτύσσεται επαρκώς. Αυτό σημαίνει ότι δεν καλύπτει πλήρως τη μηριαία κεφαλή. Η ανεπαρκής κάλυψη οδηγεί σε παραμόρφωση της άρθρωσης με αποτέλεσμα να προκαλείται αστάθεια. Η αστάθεια μπορεί να εμφανιστεί ως υπεξάρθρημα ή ακόμη και ως πλήρες εξάρθρημα του ισχίου.
Ο όρος «δυσπλασία ισχίου» περιγράφει ένα ευρύ φάσμα παθολογίας της άρθρωσης. Οι μορφές της μπορεί να είναι ήπιες ή ιδιαίτερα σοβαρές. Στις βαριές εκδηλώσεις, η μηριαία κεφαλή βρίσκεται εκτός κοτύλης. Μία από τις πλέον αποδεκτές διεθνώς ταξινομήσεις της πάθησης προέρχεται από τον αείμνηστο Έλληνα καθηγητή Ορθοπαιδικής, Χαρτοφυλακίδη. Η ταξινόμηση αυτή περιγράφει τρεις τύπους εξαρθρήματος. Στο παρελθόν, ο όρος «συγγενές εξάρθρημα ισχίου» χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει τις σοβαρότερες περιπτώσεις της διαταραχής. Ωστόσο σήμερα έχει επικρατήσει ο ευρύτερος και επιστημονικά ακριβέστερος όρος «αναπτυξιακή δυσπλασία ισχίου» (Developmental Dysplasia of the Hip).
Μπορεί να εντοπιστεί τόσο στο ένα ισχίο όσο και αμφοτερόπλευρα, με αυξημένη συχνότητα εμφάνισης:
- στα κορίτσια.
- σε βρέφη με ισχιακή προβολή.
- σε βρέφη με οικογενειακό ιστορικό.
Παθογενετικός μηχανισμός της δυσπλασίας ισχίου
Η δυσπλασία του ισχίου αναπτύσσεται συνήθως κατά την εμβρυϊκή ζωή ή τις πρώτες εβδομάδες μετά τη γέννηση. Η κοτύλη παραμένει αβαθής ή υποπλαστική, με συνέπεια η κεφαλή του μηριαίου να μην καλύπτεται επαρκώς και στη συνέχεια να αποκτά και αυτή δυσπλασία – παραμόρφωση
Η εμφάνιση της δυσπλασίας βασίζεται σε έναν συνδυασμό παραγόντων όπως:
- γενετική προδιάθεση.
- ενδομήτριες και περιγεννητικές συνθήκες.
- χαλαρότητα των συνδέσμων που περιβάλλουν το ισχίο.
Οι παράγοντες αυτοί διαταράσσουν τη φυσιολογική ανάπτυξη της άρθρωσης και ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ανατομικών ανωμαλιών και σταδιακή μείωση της φυσιολογικής λειτουργικότητάς της.
Ποια είναι τα αίτια εμφάνισης της δυσπλασίας ισχίου;
Όπως προαναφέρθηκε, η παθογένεια της δυσπλασίας ισχίου είναι πολυπαραγοντική.
Ειδικότερα, τα αίτια της δυσπλασίας ισχίου είναι τα κάτωθι:
- Γενετική προδιάθεση: Η παρουσία κληρονομικών παραγόντων που επηρεάζουν την ομαλή ανάπτυξη της άρθρωσης του ισχίου.
- Ενδομήτριοι παράγοντες: Μηχανικοί περιορισμοί κατά την κύηση (π.χ. ισχιακή προβολή) που επηρεάζουν τη θέση και την κινητικότητα του εμβρύου.
- Περιγεννητικές επιδράσεις: Παράγοντες που ευνοούν τη χαλαρότητα των συνδέσμων, όπως η επίδραση μητρικών ορμονών.
- Εμβιομηχανική αστάθεια: Διαταραχή στη σχέση μηριαίας κεφαλής και κοτύλης, με ανώμαλη κατανομή φορτίων στην άρθρωση, η οποία αναστέλλει τη φυσιολογική ανάπτυξη των οστικών και χόνδρινων δομών.
Με ποια συμπτώματα εκδηλώνεται;
Η συμπτωματολογία της δυσπλασίας ισχίου διαφοροποιείται ανάλογα με την ηλικία. Ειδικότερα, η κλινική εικόνα της δυσπλασίας ανάλογα με την ηλικία είναι η παρακάτω:
Στα βρέφη και ιδιαίτερα στους πρώτους μήνες ζωής, η δυσπλασία ισχίου είναι συνήθως ασυμπτωματική και δεν γίνεται εύκολα αντιληπτή από τους γονείς. Παρ’ όλα αυτά, κατά την κλινική εξέταση μπορεί να εντοπιστούν χαρακτηριστικά σημεία, όπως:
- Ανισοσκελία
- Ασυμμετρία των δερματικών πτυχών στον μηρό ή στους γλουτούς
- Περιορισμένη απαγωγή του ισχίου, δηλαδή το ένα ισχίο να «ανοίγει» λιγότερο σε σχέση με το άλλο.
Στα παιδιά, η δυσπλασία ισχίου εκδηλώνεται συνήθως κατά την έναρξη της βάδισης. Επομένως, η παθολογία γίνεται περισσότερο εμφανής μέσω κινητικών διαταραχών.
Τα κλινικά ευρήματα περιλαμβάνουν κυρίως:
- Χωλότητα.
- Ανισοσκελία λόγω διαφοράς μήκους των κάτω άκρων.
- Μειωμένη κινητικότητα του ισχίου, κυρίως στη στροφή και απαγωγή.
Μερικές φορές εντοπίζεται περπάτημα στις μύτες των ποδιών, ως αντισταθμιστικός μηχανισμός στην ανισορροπία μήκους και στην αστάθεια της άρθρωσης.
Στους εφήβους και ενήλικες, η δυσπλασία ισχίου συνήθως εκδηλώνεται όταν δεν έχει αναγνωριστεί σε μικρότερη ηλικία και συνήθως αφορά ηπιότερες μορφές. Σε αυτή την περίπτωση τα συμπτώματα εμφανίζονται προοδευτικά. Ο πόνος στη βουβωνική χώρα ή στον μηρό, ιδιαίτερα μετά από άσκηση ή παρατεταμένη δραστηριότητα, είναι το κυρίαρχο σύμπτωμα.

Συχνά συνοδεύεται από αίσθημα αστάθειας, χωλότητα ή/και δυσκαμψία. Με την πάροδο του χρόνου, οι αλλοιώσεις οδηγούν σε πρώιμη οστεοαρθρίτιδα ισχίου, προκαλώντας πόνο και απώλεια κινητικότητας. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι ασθενείς αναγκάζονται να υποβληθούν σε ολική αρθροπλαστική ισχίου σε ηλικίες πολύ νεότερες από το γενικό πληθυσμό.
Πώς πραγματοποιείται η διάγνωση;
Η διάγνωση της δυσπλασίας ισχίου στηρίζεται στη συνδυαστική αξιολόγηση της κλινικής εξέτασης και των απεικονιστικών μεθόδων.
Η κλινική εξέταση έχει καθοριστική σημασία, ιδίως κατά τη νεογνική και βρεφική ηλικία. Οι δοκιμασίες Ortolani και Barlow χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση της σταθερότητας του ισχίου από το παιδίατρο αρχικά, αλλά και τον παιδοορθοπαιδικό.
Στη συνέχεια, διενεργούνται συγκεκριμένες απεικονιστικές εξετάσεις:
- Υπερηχογράφημα: Αποτελεί τη μέθοδο εκλογής για τη διάγνωση δυσπλασίας ισχίου σε νεογνά και βρέφη έως 6 μηνών.
- Ακτινογραφία λεκάνης – ισχίων: Ενδείκνυται μετά τον 6ο μήνα ζωής, παρέχοντας δεδομένα για το βάθος της κοτύλης και τη θέση της μηριαίας κεφαλής.
Λόγω της αυξημένης συχνότητας της δυσπλασίας του ισχίου στη χώρα μας στο παρελθόν, εδώ και πολλά χρόνια εφαρμόζεται, τόσο κλινικός, όσο και υπερηχογραφικός έλεγχος αμέσως μετά τη γέννηση από τους παιδιάτρους και τους παιδοορθοπαιδικούς. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση των περιστατικών σε πολύ μικρή ηλικία και τον περιορισμό των επιπτώσεων της δυσπλασίας στις μεγαλύτερες ηλικίες. .
Δυσπλασία ισχίου και αντιμετώπιση
Η αντιμετώπιση της δυσπλασίας ισχίου διαφοροποιείται ανάλογα με την ηλικία και τον βαθμό της βλάβης. Στα παιδιά, από την ηλικία των 6 μηνών έως την εφηβεία, η θεραπεία περιλαμβάνει κατά κύριο λόγο χειρουργικές τεχνικές. Η περικοτυλιαία οστεοτομία αποτελεί συχνή επιλογή, καθώς διορθώνει την ανατομία της κοτύλης, ώστε να βελτιωθεί η κάλυψη της μηριαίας κεφαλής και να αποκατασταθεί η σταθερότητα.
Στα βρέφη είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί ανάταξη της μηριαίας κεφαλής, είτε με κλειστές, συχνότερα, είτε με ανοιχτές, πιο σπάνια, μεθόδους, ανάλογα με τον βαθμό της δυσπλασίας. Η έγκαιρη παρέμβαση είναι καθοριστική, καθώς μειώνει τον κίνδυνο πρώιμης οστεοαρθρίτιδας και συμβάλλει στη διατήρηση της λειτουργικότητας του ισχίου. Στο παρελθόν ήταν συχνό στη χώρα μας τα βρέφη να φορούν ειδικούς κηδεμόνες ή διπλές πάνες, ανάλογα με τη βαρύτητα του προβλήματος, για τη διατήρηση της μηριαίας κεφαλής μέσα στην κοτύλη
Στους εφήβους και ενήλικες, η θεραπευτική στρατηγική επικεντρώνεται επίσης στη χειρουργική αποκατάσταση. Σε ήπιες μορφές μπορεί να εφαρμοστεί η μέθοδος της αρθροσκόπησης ισχίου. Η αρθροσκόπηση ισχίου είναι μια ελάχιστα επεμβατική μέθοδος για τη διαχείριση τυχόν συνοδών βλαβών.
Σε σοβαρότερες περιπτώσεις, η περικοτυλιαία οστεοτομία του λαγονίου οστού βελτιώνει τη γεωμετρία της κοτύλης και την κάλυψη της μηριαίας κεφαλής, καθυστερώντας ή αποτρέποντας την ανάγκη για ολική αρθροπλαστική. Μπορούν επίσης να εφαρμοστούν περιτροχαντήριες οστεοτομίες στο μηριαίο οστό με τον ίδιο στόχο της καλύτερης κάλυψης της μηριαίας κεφαλής. Συμπληρωματικά, η φυσικοθεραπεία, η ρύθμιση του σωματικού βάρους και η αποφυγή υπέρμετρης καταπόνησης βελτιώνουν την κινητικότητα του ισχίου και αποτελούν υποστηρικτικά μέτρα τόσο πριν όσο και μετά την επέμβαση.
Εάν εμφανίζετε δυσπλασία ισχίου, εμπιστευτείτε έναν ιατρό με πολυετή εμπειρία και ηγετικό ρόλο στον τομέα της επανορθωτικής χειρουργικής. Ο Ορθοπαιδικός Χειρουργός Αναστάσιος Λιλικάκης είναι Διευθυντής της Γ’ Ορθοπαιδικής Κλινικής της Ευρωκλινικής Αθηνών και Πρόεδρος του Τμήματος Επανορθωτικής Χειρουργικής Ισχίου & Γόνατος της ΕΕΧΟΤ. Επικοινωνήστε μαζί μας και κλείστε το ραντεβού σας, για να λάβετε εξατομικευμένη θεραπεία.